Греческий словарь
с грамматикой

ραγίζω

[raˈɣizo]глаголB1

Значения

1
трескаться, давать трещины
to crack, to develop cracks · το τζάμι ραγίζει — стекло трескается
2
расколоть, расщепить
to crack, to split (transitive) · ραγίζω το ξύλο — я раскалываю дрова

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ραγίζω
εσύ
ραγίζεις
αυτός
ραγίζει
εμείς
ραγίζουμε
εσείς
ραγίζετε
αυτοί
ραγίζουν
Аорист
εγώ
ράγισα
εσύ
ράγισες
αυτός
ράγισε
εμείς
ράγισαν
εσείς
ράγισαν
αυτοί
ράγισαν
Будущее
εγώ
θα ραγίσω
εσύ
θα ραγίσεις
αυτός
θα ραγίσει
εμείς
θα ραγίσουμε
εσείς
θα ραγίσετε
αυτοί
θα ραγίσουν

Примеры

Το παράθυρο ράγισε από το κρύο.
Окно треснуло от холода. · The window cracked from the cold.
Ο τοίχος ραγίζει σιγά-σιγά.
Стена медленно трескается. · The wall is gradually cracking.
Ράγισα τις φουντούκια με το σφυρί.
Я расколол орехи молотком. · I cracked the nuts with a hammer.
Αν συνεχίσει έτσι, θα ραγίσει το κεραμικό.
Если так продолжится, керамика треснет. · If it continues like this, the ceramic will crack.