ραβίνος
[raˈvinos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
раввин (еврейский религиозный учитель и лидер общины)
rabbi (Jewish religious teacher and community leader) · ο ραβίνος της συναγωγής — раввин синагоги
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ραβίνος
вин.
τον ραβίνο
род.
του ραβίνου
зват.
ραβίνε
Мн. ч.
им.
οι ραβίνοι
вин.
τους ραβίνους
род.
των ραβίνων
зват.
ραβίνοι
Примеры
Ο ραβίνος διδάσκει τα παιδιά της κοινότητας.
Раввин преподаёт детям из общины. · The rabbi teaches the children of the community.
Συνάντησα τον ραβίνο στη συναγωγή χθες.
Вчера я встретил раввина в синагоге. · I met the rabbi at the synagogue yesterday.
Οι ραβίνοι της πόλης συνεργάζονται για το καλό της κοινότητας.
Раввины города работают вместе ради блага общины. · The rabbis of the city cooperate for the community's good.