Греческий словарь
с грамматикой

ρέω

[ˈreo]глаголB1

Значения

1
течь, литься
to flow, to stream · το νερό ρέει — вода течёт
2
протекать, проходить (о времени)
to pass, to elapse (of time) · ο χρόνος ρέει — время течёт
3
распространяться, разливаться (о жидкости, слухах)
to spread, to run (of liquid, rumours) · ο λόγος ρέει — слух распространяется

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ρέω
εσύ
ρέεις
αυτός
ρέει
εμείς
ρέουμε
εσείς
ρέετε
αυτοί
ρέουν
Аорист
εγώ
έρρευσα
εσύ
έρρευσες
αυτός
έρρευσε
εμείς
ερρεύσαμε
εσείς
ερρεύσατε
αυτοί
έρρευσαν
Будущее
εγώ
θα ρεύσω
εσύ
θα ρεύσεις
αυτός
θα ρεύσει
εμείς
θα ρεύσουμε
εσείς
θα ρεύσετε
αυτοί
θα ρεύσουν

Примеры

Το νερό ρέει προς τη θάλασσα.
Вода течёт в сторону моря. · The water flows towards the sea.
Ο χρόνος ρέει γρήγορα όταν είσαι ευτυχής.
Время летит быстро, когда ты счастлив. · Time flies when you're happy.
Έρρευσε αίμα από το τραύμα.
Из раны текла кровь. · Blood streamed from the wound.
Οι φήμες ρέουν στο χωριό.
Слухи распространяются по деревне. · Rumours spread throughout the village.