Греческий словарь
с грамматикой

πώληση

[ˈpolisi]существительноеη · женский родA1

Значения

1
продажа, продажи
sale, selling · η πώληση του σπιτιού — продажа дома
2
распродажа, скидки
sale (discount event) · μεγάλη πώληση στο κατάστημα — большая распродажа в магазине

Грамматика

Ед. ч.
им.
η πώληση
вин.
την πώληση
род.
της πώλησης
зват.
πώληση
Мн. ч.
им.
οι πωλήσεις
вин.
τις πωλήσεις
род.
των πωλήσεων
зват.
πωλήσεις

Примеры

Η πώληση του αυτοκινήτου ήταν πολύ εύκολη.
Продажа машины была очень лёгкой. · The sale of the car was very easy.
Οι πωλήσεις αυξήθηκαν αυτό το τρίμηνο.
Продажи увеличились в этом квартале. · Sales increased this quarter.
Πήγα στην πώληση και αγόρασα καινούργια ρούχα.
Я пошла на распродажу и купила новую одежду. · I went to the sale and bought new clothes.