πόζα
[ˈpoza]существительноеη · женский родB1
Значения
1
поза, положение тела
pose, body position · μια όμορφη πόζα — красивая поза
2
притворство, фальшь
affectation, pretence · αυτό είναι μόνο πόζα — это просто притворство
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πόζα
вин.
την πόζα
род.
της πόζας
зват.
πόζα
Мн. ч.
им.
οι πόζες
вин.
τις πόζες
род.
των πόζων
зват.
πόζες
Примеры
Ο φωτογράφος ζήτησε από τη μοντέλα μια άλλη πόζα.
Фотограф попросил модель принять другую позу. · The photographer asked the model to strike a different pose.
Δεν μας αρέσει η πόζα του να κάνει τον σημαντικό.
Нам не нравится его притворная важность. · We don't like his pretentious affectation.
Για τη ζωγραφιά, χρειάστηκε να παραμείνει στην ίδια πόζα ώρες.
Для картины ему пришлось долго сидеть в одной позе. · For the painting, he had to hold the same position for hours.
Οι πόζες αυτές είναι υγιεινές για την ράχη.
Эти позы полезны для спины. · These poses are good for your back.