πωλήτρια
[poˈlitria]существительноеη · женский родA2
Значения
1
продавщица, женщина-продавец
saleswoman, female shop assistant · η πωλήτρια στο κατάστημα — продавщица в магазине
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πωλήτρια
вин.
την πωλήτρια
род.
της πωλήτριας
зват.
πωλήτρια
Мн. ч.
им.
οι πωλήτριες
вин.
τις πωλήτριες
род.
των πωλητριών
зват.
πωλήτριες
Примеры
Η πωλήτρια με βοήθησε να βρω το σωστό μέγεθος.
Продавщица помогла мне найти нужный размер. · The saleswoman helped me find the right size.
Οι πωλήτριες ήταν πολύ φιλικές και υπομονετικές.
Продавщицы были очень дружелюбны и терпеливы. · The saleswomen were very friendly and patient.
Ρώτησα την πωλήτρια για την τιμή.
Я спросил продавщицу о цене. · I asked the saleswoman about the price.