Греческий словарь
с грамматикой

πυρπολώ

[pirpoˈlo]глаголC1

Значения

1
поджигать, сжигать (дом, корабль и т. д.)
to set fire to, burn down (a building, ship, etc.) · πυρπολώ ένα κτίριο — поджигаю здание
2
жечь, гореть (переносное: страсть, боль)
to burn, be alight with (figurative: passion, pain) · το πυρ του πυρπολά την καρδιά του — огонь страсти горит в его сердце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πυρπολώ
εσύ
πυρπολάς
αυτός
πυρπολά
εμείς
πυρπολάμε
εσείς
πυρπολάτε
αυτοί
πυρπολάνε
Аорист
εγώ
πυρπόλησα
εσύ
πυρπόλησες
αυτός
πυρπόλησε
εμείς
πυρπολήσαμε
εσείς
πυρπολήσατε
αυτοί
πυρπόλησαν
Будущее
εγώ
θα πυρπολήσω
εσύ
θα πυρπολήσεις
αυτός
θα πυρπολήσει
εμείς
θα πυρπολήσουμε
εσείς
θα πυρπολήσετε
αυτοί
θα πυρπολήσουν

Примеры

Κατά τη διάρκεια του πολέμου πυρπόλησαν πολλά χωριά.
Во время войны подожгли много деревень. · During the war they burned down many villages.
Ο στρατός πυρπολά όλα όσα βρίσκονται μπροστά του.
Армия поджигает всё, что находится перед ней. · The army sets fire to everything in its path.
Η πύλη του παλατιού πυρπολούσε την νύχτα εκείνη.
Дворцовые ворота горели в ту ночь. · The palace gates burned that night.