Греческий словарь
с грамматикой

πυροδοτώ

[piroðoˈto]глаголB2

Значения

1
взрывать, приводить в действие взрывчатое вещество
to detonate, to set off an explosive charge · πυροδοτώ ένα炸弹 — привести в действие взрывчатку
2
вызывать, инициировать (конфликт, кризис и т. д.)
to trigger, to spark off (conflict, crisis, etc.) · πυροδοτώ κρίση — спровоцировать кризис

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πυροδοτώ
εσύ
πυροδοτείς
αυτός
πυροδοτεί
εμείς
πυροδοτούμε
εσείς
πυροδοτείτε
αυτοί
πυροδοτούν
Аорист
εγώ
πυροδότησα
εσύ
πυροδότησες
αυτός
πυροδότησε
εμείς
πυροδοτήσαμε
εσείς
πυροδοτήσατε
αυτοί
πυροδότησαν
Будущее
εγώ
θα πυροδοτήσω
εσύ
θα πυροδοτήσεις
αυτός
θα πυροδοτήσει
εμείς
θα πυροδοτήσουμε
εσείς
θα πυροδοτήσετε
αυτοί
θα πυροδοτήσουν

Примеры

Οι μηχανικοί πυροδότησαν τα εκρηκτικά χθες.
Инженеры привели в действие взрывчатку вчера. · The engineers detonated the explosives yesterday.
Αυτές οι δηλώσεις πυροδότησαν μεγάλη διαμάχη.
Эти заявления спровоцировали большой скандал. · These statements triggered a major controversy.
Η κεντρική τράπεζα πυροδοτεί νέες κρίσεις με τις αποφάσεις της.
Центральный банк своими решениями провоцирует новые кризисы. · The central bank triggers new crises with its decisions.
Θα πυροδοτήσουν την κατασκευή στις 8 το πρωί.
Они приведут в действие взрывчатку для разрушения здания в 8 утра. · They will detonate the building demolition at 8 a.m.