Греческий словарь
с грамматикой

πυροβολώ

[pirovoˈlo]глаголB2

Значения

1
стрелять, открывать огонь (из оружия)
to fire, to open fire (with a gun) · πυροβολώ με το όπλό μου — я стреляю из своего оружия
2
критиковать резко, нападать словами
to criticize harshly, to attack verbally · πυροβολώ κριτική κατά του κυβέρνησης — я наношу шквал критики на правительство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πυροβολώ
εσύ
πυροβολείς
αυτός
πυροβολεί
εμείς
πυροβολούμε
εσείς
πυροβολείτε
αυτοί
πυροβολούν
Аорист
εγώ
πυροβόλησα
εσύ
πυροβόλησες
αυτός
πυροβόλησε
εμείς
πυροβολήσαμε
εσείς
πυροβολήσατε
αυτοί
πυροβόλησαν
Будущее
εγώ
θα πυροβολήσω
εσύ
θα πυροβολήσεις
αυτός
θα πυροβολήσει
εμείς
θα πυροβολήσουμε
εσείς
θα πυροβολήσετε
αυτοί
θα πυροβολήσουν

Примеры

Ο στρατιώτης πυροβόλησε προς το στόχο.
Солдат открыл огонь по цели. · The soldier fired at the target.
Πυροβολούν κατά του εχθρού από το φρούριο.
Они ведут огонь по врагу из крепости. · They are firing at the enemy from the fortress.
Η εφημερίδα πυροβόλησε σκληρή κριτική στην κυβέρνηση.
Газета нанесла резкую критику правительству. · The newspaper launched a harsh critique at the government.
Θα πυροβολήσουν μόνο όταν λάβουν εντολή.
Они будут стрелять только после получения приказа. · They will only fire once they receive the order.