πυροβολητής
[pirovoliˈtis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
артиллерист
artilleryman, gunner · στρατιώτης που εξυπηρετεί πυροβόλο — боец артиллерии
2
пулемётчик
machine gunner · στρατιώτης με συνθετικό όπλο — боец с пулемётом
Грамматика
Ед. ч.
им.
o πυροβολητής
вин.
τον πυροβολητή
род.
του πυροβολητή
зват.
πυροβολητή
Мн. ч.
им.
οι πυροβολητές
вин.
τους πυροβολητές
род.
των πυροβολητών
зват.
πυροβολητές
Примеры
Οι πυροβολητές ήταν έτοιμοι για τη μάχη.
Артиллеристы были готовы к бою. · The gunners were ready for battle.
Ο πυροβολητής ρύθμισε την κατεύθυνση του κανονιού.
Артиллерист настроил направление орудия. · The artilleryman adjusted the cannon's aim.
Δύο πυροβολητές χειρίστηκαν το βαρύ όπλο με ακρίβεια.
Два пулемётчика управляли тяжёлым оружием с точностью. · Two gunners operated the heavy weapon with precision.