πυκνώνω
[piˈknono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
становиться гуще, сгущаться
to become denser, to thicken · η σούπα πυκνώνει — суп густеет
2
становиться чаще, увеличиваться в частоте
to become more frequent, to intensify · τα επεισόδια πυκνώνουν — эпизоды учащаются
3
уплотняться, занимать меньше пространства
to compress, to condense · πυκνώνω τα δεδομένα — уплотняю данные
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πυκνώνω
εσύ
πυκνώνεις
αυτός
πυκνώνει
εμείς
πυκνώνουμε
εσείς
πυκνώνετε
αυτοί
πυκνώνουν
Аорист
εγώ
πύκνωσα
εσύ
πύκνωσες
αυτός
πύκνωσε
εμείς
πυκνώσαμε
εσείς
πυκνώσατε
αυτοί
πύκνωσαν
Будущее
εγώ
θα πυκνώσω
εσύ
θα πυκνώσεις
αυτός
θα πυκνώσει
εμείς
θα πυκνώσουμε
εσείς
θα πυκνώσετε
αυτοί
θα πυκνώσουν
Примеры
Το κρέας πυκνώνει τη σάλτσα όταν μαγειρεύουμε.
Мясо делает соус гуще во время готовки. · The meat thickens the sauce while we cook.
Τα σύννεφα πυκνώνουν στον ουρανό.
Облака сгущаются в небе. · The clouds are thickening in the sky.
Πύκνωσαν τις περιπολίες τη νύχτα για την ασφάλεια.
Они усилили патрулирование ночью ради безопасности. · They intensified patrols at night for security.
Το κείμενο πυκνώθηκε για να χωρέσει στη σελίδα.
Текст был уплотнен, чтобы поместиться на странице. · The text was compressed to fit on the page.