πυκνοκατοικημένος
[piˈknokatikˈimenos]прилагательноеB2
Значения
1
густонаселённый, плотно заселённый
densely populated, thickly inhabited · πυκνοκατοικημένη περιοχή — густонаселённый район
Грамматика
мужской род
им.
πυκνοκατοικημένος
вин.
πυκνοκατοικημένο
род.
πυκνοκατοικημένου
зват.
πυκνοκατοικημένε
женский род
им.
πυκνοκατοικημένη
вин.
πυκνοκατοικημένη
род.
πυκνοκατοικημένης
зват.
πυκνοκατοικημένη
средний род
им.
πυκνοκατοικημένο
вин.
πυκνοκατοικημένο
род.
πυκνοκατοικημένου
зват.
πυκνοκατοικημένο
Примеры
Η Αθήνα είναι μια πυκνοκατοικημένη πόλη.
Афины — это густонаселённый город. · Athens is a densely populated city.
Οι πυκνοκατοικημένες περιοχές έχουν περισσότερα προβλήματα.
В плотно заселённых районах возникает больше проблем. · Densely populated areas have more problems.
Ζει σε ένα πυκνοκατοικημένο κέντρο της πόλης.
Он живёт в густонаселённом центре города. · He lives in a densely populated city center.