πυθμένας
[piˈθmenas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
дно (сосуда, водоёма, ямы)
bottom (of a vessel, body of water, pit) · ο πυθμένας του κάδου — дно ведра
2
основание, фундамент (в переносном смысле)
foundation, base (figurative) · ο πυθμένας της κοινωνίας — основа общества
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πυθμένας
вин.
τον πυθμένα
род.
του πυθμένα
зват.
πυθμένα
Мн. ч.
им.
οι πυθμένες
вин.
τους πυθμένες
род.
των πυθμένων
зват.
πυθμένες
Примеры
Ο πυθμένας του ποταμού είναι λασπώδης.
Дно реки илистое. · The river bottom is muddy.
Αναδεύσαμε τον πυθμένα της σκεπάστρας.
Мы перемешали дно кастрюли. · We stirred the bottom of the pot.
Στους πυθμένες της κοινωνίας ζουν χιλιάδες άνθρωποι.
В нижних слоях общества живут тысячи людей. · Thousands of people live in the lower strata of society.