πυγμαχώ
[piɣmaˈxo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
боксировать, драться на кулаках
to box, to fight with fists · πυγμαχώ με κάποιον — боксирую с кем-то
2
бороться, сражаться (переносно)
to struggle, to fight (figuratively) · πυγμαχώ ενάντια στις δυσκολίες — борюсь с трудностями
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πυγμαχώ
εσύ
πυγμαχάς
αυτός
πυγμαχά
εμείς
πυγμαχάμε
εσείς
πυγμαχάτε
αυτοί
πυγμαχάνε
Аорист
εγώ
πυγμάχησα
εσύ
πυγμάχησες
αυτός
πυγμάχησε
εμείς
πυγμαχήσαμε
εσείς
πυγμαχήσατε
αυτοί
πυγμάχησαν
Будущее
εγώ
θα πυγμαχήσω
εσύ
θα πυγμαχήσεις
αυτός
θα πυγμαχήσει
εμείς
θα πυγμαχήσουμε
εσείς
θα πυγμαχήσετε
αυτοί
θα πυγμαχήσουν
Примеры
Οι δύο αθλητές πυγμαχούν στο ρινγκ.
Два спортсмена боксируют на ринге. · The two athletes are boxing in the ring.
Πυγμάχησε για να υπερασπίσει την τιμή του.
Он дрался, чтобы защитить свою честь. · He fought to defend his honour.
Θα πυγμαχήσει στον αγώνα του Σαββάτου.
Он будет боксировать в субботнем поединке. · He will box in Saturday's match.
Πυγμαχούν κατά της αδικίας όλα τα χρόνια.
Они борются с несправедливостью на протяжении многих лет. · They have been fighting injustice for many years.