Греческий словарь
с грамматикой

πυγμαχία

[piɣmaˈxia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
бокс, кулачный бой
boxing, fistfighting · άθλημα με γάντια — спорт с перчатками
2
кулачная драка, потасовка
fistfight, brawl · καυγάδας με πυγμές — ссора с ударами кулаков

Грамматика

Ед. ч.
им.
η πυγμαχία
вин.
την πυγμαχία
род.
της πυγμαχίας
зват.
πυγμαχία
Мн. ч.
им.
οι πυγμαχίες
вин.
τις πυγμαχίες
род.
των πυγμαχιών
зват.
πυγμαχίες

Примеры

Ο Κώστας προπονείται στην πυγμαχία τρεις φορές την εβδομάδα.
Костас тренируется в боксе три раза в неделю. · Kostas trains in boxing three times a week.
Η πυγμαχία είναι ένα από τα αρχαιότερα αθλήματα.
Бокс — один из самых древних видов спорта. · Boxing is one of the oldest sports.
Αποφύγαμε την πυγμαχία και φύγαμε από τον χώρο.
Мы избежали драки и покинули место. · We avoided the brawl and left the place.
Στα αρχαία ολυμπιακά αγωνίσματα υπήρχε πυγμαχία.
На древних олимпийских играх существовал кулачный бой. · Fistfighting existed in the ancient Olympic games.