Греческий словарь
с грамматикой

πτυχιώνω

[ptiˈçono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
выдавать диплом, присуждать степень
to award a degree, to graduate (someone) · πτυχιώνω τον φοιτητή — выдаю диплом студенту
2
заканчивать обучение, получать диплом
to graduate, to complete one's studies · πτυχιώνω από το πανεπιστήμιο — заканчиваю университет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πτυχιώνω
εσύ
πτυχιώνεις
αυτός
πτυχιώνει
εμείς
πτυχιώνουμε
εσείς
πτυχιώνετε
αυτοί
πτυχιώνουν
Аорист
εγώ
πτύχιωσα
εσύ
πτύχιωσες
αυτός
πτύχιωσε
εμείς
πτυχιώσαμε
εσείς
πτυχιώσατε
αυτοί
πτύχιωσαν
Будущее
εγώ
θα πτυχιώσω
εσύ
θα πτυχιώσεις
αυτός
θα πτυχιώσει
εμείς
θα πτυχιώσουμε
εσείς
θα πτυχιώσετε
αυτοί
θα πτυχιώσουν

Примеры

Το πανεπιστήμιο πτύχιωσε χιλιάδες φοιτητές φέτος.
Университет выпустил тысячи студентов в этом году. · The university graduated thousands of students this year.
Θα πτυχιώσω από τη σχολή μηχανικών του ΕΜΠ.
Я получу диплом инженера в Политехническом университете. · I will graduate from the engineering school at the National Technical University.
Πτυχιώνονται κάθε χρόνο χιλιάδες νέοι από το πανεπιστήμιο.
Каждый год из университета выпускаются тысячи молодых людей. · Thousands of young people graduate from the university every year.