πτέρυγα
[ˈpterɪɣa]существительноеη · женский родA1
Значения
1
крыло (животного)
wing (of a bird or insect) · τα φτερά του πουλιού — крылья птицы
2
крыло (самолёта)
wing (of an aircraft) · η πτέρυγα του αεροπλάνου — крыло самолёта
3
крыло (здания или автомобиля)
wing (of a building or vehicle) · το δεξί φτερό του κτιρίου — правое крыло здания
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πτέρυγα
вин.
την πτέρυγα
род.
της πτέρυγας
зват.
πτέρυγα
Мн. ч.
им.
οι πτέρυγες
вин.
τις πτέρυγες
род.
των πτερύγων
зват.
πτέρυγες
Примеры
Το πουλί έχει δύο όμορφες πτέρυγες.
У птицы два красивых крыла. · The bird has two beautiful wings.
Ο πιλότος ελέγχει την πτέρυγα του αεροπλάνου.
Пилот проверяет крыло самолёта. · The pilot checks the airplane wing.
Τα έντομα κινούν τις πτέρυγές τους γρήγορα.
Насекомые быстро движут своими крыльями. · Insects move their wings quickly.
Η πτέρυγα του κτιρίου είναι σύγχρονη.
Крыло здания современное. · The wing of the building is modern.