πρόσοψη
[ˈprosopsi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
фасад (здания)
façade, front of a building · η πρόσοψη του κτιρίου — фасад здания
2
внешний вид, впечатление
outward appearance, façade (figurative) · πρόσοψη ευημερίας — видимость благополучия
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πρόσοψη
вин.
την πρόσοψη
род.
της πρόσοψης
зват.
πρόσοψη
Мн. ч.
им.
οι προσόψεις
вин.
τις προσόψεις
род.
των προσόψεων
зват.
προσόψεις
Примеры
Η πρόσοψη του παλιού σπιτιού χρειάζεται επισκευές.
Фасад старого дома нуждается в ремонте. · The façade of the old house needs repairs.
Αυτή είναι απλώς μια πρόσοψη, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Это просто видимость, реальность совсем другая. · That is merely a façade; the reality is quite different.
Οι αρχιτέκτονες σχεδίασαν την πρόσοψη του νέου κτιρίου με μεγάλη προσοχή.
Архитекторы спроектировали фасад нового здания с большой тщательностью. · The architects designed the façade of the new building with great care.