Греческий словарь
с грамматикой

πρόκειται

[ˈprokite]глаголB1

Значения

1
речь идёт о, дело касается (безличный оборот)
it is a matter of, it concerns (impersonal) · πρόκειται για σοβαρό θέμα — речь идёт о серьёзной проблеме
2
предполагается, требуется
it is supposed to, one is required to · πρόκειται να φύγουμε νωρίς — предполагается, что мы уедем рано
3
лежит, находится (устаревший)
lies, is situated (archaic) · το βιβλίο πρόκειται στο τραπέζι — книга лежит на столе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προκείμαι
εσύ
προκείσαι
αυτός
πρόκειται
εμείς
προκείμεθα
εσείς
προκείσθε
αυτοί
προκείνται
Аорист
εγώ
προεκείμην
εσύ
προεκείσο
αυτός
προεκείτο
εμείς
προεκείμεθα
εσείς
προεκείσθε
αυτοί
προεκείντο
Будущее
εγώ
θα προκείμαι
εσύ
θα προκείσαι
αυτός
θα πρόκειται
εμείς
θα προκείμεθα
εσείς
θα προκείσθε
αυτοί
θα προκείνται

Примеры

Πρόκειται για ένα σημαντικό ζήτημα.
Речь идёт о важном вопросе. · It is a matter of an important issue.
Πρόκειται να ξεκινήσει το σχολείο αύριο;
Школа должна начаться завтра? · Is school supposed to start tomorrow?
Πρόκειται για μια εξαιρετική ευκαιρία.
Это исключительная возможность. · It is an exceptional opportunity.