Греческий словарь
с грамматикой

προκείμαι

[proˈkime]глаголB2

Значения

1
лежать впереди, находиться перед чем-либо
to lie before, to be placed in front · τα βιβλία προκείνται στο τραπέζι — книги лежат на столе
2
стоять перед чем-либо (о задаче, цели); предстоять
to lie ahead, to be set before one (as a task or goal) · δύσκολη εργασία προκείται για μας — трудная работа предстоит нам
3
быть намеченным, предусмотренным; подлежать (правилам)
to be prescribed, stipulated, or in force · όπως προκείται στο νόμο — как предусмотрено законом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προκείμαι
εσύ
προκείσαι
αυτός
προκείται
εμείς
προκείμαστε
εσείς
προκείστε
αυτοί
προκείνται
Аорист
εγώ
προεκείμην
εσύ
προεκείσο
αυτός
προεκείτο
εμείς
προεκείμεθα
εσείς
προεκείσθε
αυτοί
προεκείντο
Будущее
εγώ
θα προκείμαι
εσύ
θα προκείσαι
αυτός
θα προκείται
εμείς
θα προκείμαστε
εσείς
θα προκείστε
αυτοί
θα προκείνται

Примеры

Τα έγγραφα προκείνται επί του γραφείου.
Документы лежат на столе. · The documents are lying on the desk.
Μεγάλες προκλήσεις προκείνται για τη χώρα.
Для страны предстоят большие вызовы. · Great challenges lie ahead for the country.
Όπως προκείται στον κανονισμό, πρέπει να ειδοποιηθούν όλοι.
Как предусмотрено регламентом, все должны быть уведомлены. · As stipulated in the regulations, everyone must be notified.