πρόεδρος
[ˈproɛðros]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
председатель, президент (государства, организации)
president, chairperson (of a state, organization) · ο πρόεδρος της χώρας — президент страны
2
председатель (собрания, суда и т.д.)
chairman, chair (of a meeting, court, etc.) · ο πρόεδρος της συνέλευσης — председатель собрания
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πρόεδρος
вин.
τον πρόεδρο
род.
του προέδρου
зват.
πρόεδρε
Мн. ч.
им.
οι πρόεδροι
вин.
τους προέδρους
род.
των προέδρων
зват.
πρόεδροι
Примеры
Ο πρόεδρος της Ελλάδας είναι σημαντική προσωπικότητα.
Президент Греции — важная фигура. · The president of Greece is an important figure.
Την αμέσως επόμενη εβδομάδα θα συναντήσω τον πρόεδρο.
На следующей неделе я встречусь с президентом. · Next week I will meet with the president.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου άνοιξε τη συνεδρίαση.
Председатель суда открыл заседание. · The chair of the court opened the session.
Οι πρόεδροι των εταιρειών συζήτησαν τις συμβάσεις.
Председатели компаний обсудили контракты. · The chairs of the companies discussed the contracts.