Греческий словарь
с грамматикой

πρωτοστατώ

[protostaˈto]глаголB2

Значения

1
быть лидером, возглавлять движение или группу
lead a movement, be at the forefront · πρωτοστατώ στον αγώνα — возглавлять борьбу
2
быть инициатором, первым выступить
be the initiator, take the lead in · πρωτοστατώ για αλλαγές — первым выступать за изменения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πρωτοστατώ
εσύ
πρωτοστατάς
αυτός
πρωτοστατά
εμείς
πρωτοστατούμε
εσείς
πρωτοστατάτε
αυτοί
πρωτοστατούν
Аорист
εγώ
πρωτοστάτησα
εσύ
πρωτοστάτησες
αυτός
πρωτοστάτησε
εμείς
πρωτοστατήσαμε
εσείς
πρωτοστατήσατε
αυτοί
πρωτοστάτησαν
Будущее
εγώ
θα πρωτοστατήσω
εσύ
θα πρωτοστατήσεις
αυτός
θα πρωτοστατήσει
εμείς
θα πρωτοστατήσουμε
εσείς
θα πρωτοστατήσετε
αυτοί
θα πρωτοστατήσουν

Примеры

Πρωτοστάτησε στο κίνημα για δικαιώματα.
Он возглавил движение за права. · He led the movement for rights.
Η Σαπφώ πρωτοστατά στην αρχαία ποίηση.
Сафо занимает первое место в древней поэзии. · Sappho stands foremost in ancient poetry.
Πρωτοστατούν για την προστασία του περιβάλλοντος.
Они первыми выступают за защиту окружающей среды. · They are leading the way on environmental protection.
Θα πρωτοστατήσουν στις διαπραγματεύσεις.
Они возглавят переговоры. · They will lead the negotiations.