Греческий словарь
с грамматикой

πρωτογνωρίζω

[protoɣnoˈrizo]глаголB1

Значения

1
встречать кого-либо впервые, познакомиться с кем-либо
to meet someone for the first time, to get to know someone · πρωτογνωρίζω έναν φίλο — впервые встречаю друга

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πρωτογνωρίζω
εσύ
πρωτογνωρίζεις
αυτός
πρωτογνωρίζει
εμείς
πρωτογνωρίζουμε
εσείς
πρωτογνωρίζετε
αυτοί
πρωτογνωρίζουν
Аорист
εγώ
πρωτογνώρισα
εσύ
πρωτογνώρισες
αυτός
πρωτογνώρισε
εμείς
πρωτογνωρίσαμε
εσείς
πρωτογνωρίσατε
αυτοί
πρωτογνώρισαν
Будущее
εγώ
θα πρωτογνωρίσω
εσύ
θα πρωτογνωρίσεις
αυτός
θα πρωτογνωρίσει
εμείς
θα πρωτογνωρίσουμε
εσείς
θα πρωτογνωρίσετε
αυτοί
θα πρωτογνωρίσουν

Примеры

Πρωτογνώρισα τον Γιάννη στο πάρτι χτες.
Вчера на вечеринке я впервые встретил Янниса. · I met Yiannis for the first time at the party yesterday.
Θέλω να σας πρωτογνωρίσω με έναν καλό φίλο μου.
Я хочу познакомить вас с моим хорошим другом. · I want to introduce you to a good friend of mine.
Πρωτογνωρίστηκαν στην πανεπιστήμιο και έγιναν φίλοι.
Они встретились впервые в университете и стали друзьями. · They met for the first time at university and became friends.