πρωτεύω
[proˈtevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
занимать первое место, быть главным
be first, take the lead, be foremost · πρωτεύει στη χώρα — занимает первое место в стране
2
главенствовать, доминировать
dominate, have primacy · η πολιτική πρωτεύει — политика доминирует
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πρωτεύω
εσύ
πρωτεύεις
αυτός
πρωτεύει
εμείς
πρωτεύουμε
εσείς
πρωτεύετε
αυτοί
πρωτεύουν
Аорист
εγώ
πρώτευσα
εσύ
πρώτευσες
αυτός
πρώτευσε
εμείς
πρωτεύσαμε
εσείς
πρωτεύσατε
αυτοί
πρώτευσαν
Будущее
εγώ
θα πρωτεύσω
εσύ
θα πρωτεύσεις
αυτός
θα πρωτεύσει
εμείς
θα πρωτεύσουμε
εσείς
θα πρωτεύσετε
αυτοί
θα πρωτεύσουν
Примеры
Η Αθήνα πρωτεύει της Ελλάδας.
Афины — столица Греции. · Athens is the capital of Greece.
Το εμπόριο πρωτεύει στην οικονομία του κράτους.
Торговля занимает первое место в экономике государства. · Trade takes the leading position in the country's economy.
Αυτό το θέμα πρώτευσε στη συζήτηση.
Эта тема доминировала в обсуждении. · This topic dominated the discussion.
Η ποιότητα πρωτεύει έναντι της ποσότητας.
Качество имеет приоритет перед количеством. · Quality takes precedence over quantity.