πρωτεύουσα
[proˈtevusa]существительноеη · женский родA1
Значения
1
столица
capital city · η πρωτεύουσα της χώρας — столица страны
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πρωτεύουσα
вин.
την πρωτεύουσα
род.
της πρωτεύουσας
зват.
πρωτεύουσα
Мн. ч.
им.
οι πρωτεύουσες
вин.
τις πρωτεύουσες
род.
των πρωτευουσών
зват.
πρωτεύουσες
Примеры
Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας.
Афины — столица Греции. · Athens is the capital of Greece.
Πολλοί τουρίστες επισκέπτονται την πρωτεύουσα κάθε χρόνο.
Много туристов посещают столицу каждый год. · Many tourists visit the capital every year.
Οι πρωτεύουσες της Ευρώπης είναι πολύ διαφορετικές.
Столицы Европы очень отличаются друг от друга. · European capitals are very different from each other.