πρωταθλήτρια
[proˈtaθˈlitria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
чемпионка, победительница в спорте
female champion, winner in sports · η πρωταθλήτρια του τένις — чемпионка по теннису
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πρωταθλήτρια
вин.
την πρωταθλήτρια
род.
της πρωταθλήτριας
зват.
πρωταθλήτρια
Мн. ч.
им.
οι πρωταθλήτριες
вин.
τις πρωταθλήτριες
род.
των πρωταθλητριών
зват.
πρωταθλήτριες
Примеры
Η πρωταθλήτρια κέρδισε τρία μετάλλια.
Чемпионка выиграла три медали. · The champion won three medals.
Συγχαίρουμε την πρωταθλήτριά μας.
Поздравляем нашу чемпионку. · We congratulate our champion.
Οι πρωταθλήτριες του κόσμου συναντώνται εδώ.
Чемпионки мира встречаются здесь. · The world champions meet here.