Греческий словарь
с грамматикой

πρωταγωνιστώ

[protaɣoniˈsto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2

Значения

1
играть главную роль, быть в центре внимания
play the lead role, be the main character · πρωταγωνιστώ σε ταινία — играю главную роль в фильме
2
занимать центральное место, быть в авангарде
take centre stage, be at the forefront · πρωταγωνιστώ στη συζήτηση — играю ведущую роль в обсуждении

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πρωταγωνιστώ
εσύ
πρωταγωνιστάς
αυτός
πρωταγωνιστά
εμείς
πρωταγωνιστούμε
εσείς
πρωταγωνιστάτε
αυτοί
πρωταγωνιστούν
Аорист
εγώ
πρωταγωνίστησα
εσύ
πρωταγωνίστησες
αυτός
πρωταγωνίστησε
εμείς
πρωταγωνιστήσαμε
εσείς
πρωταγωνιστήσατε
αυτοί
πρωταγωνίστησαν
Будущее
εγώ
θα πρωταγωνιστήσω
εσύ
θα πρωταγωνιστήσεις
αυτός
θα πρωταγωνιστήσει
εμείς
θα πρωταγωνιστήσουμε
εσείς
θα πρωταγωνιστήσετε
αυτοί
θα πρωταγωνιστήσουν

Примеры

Ο Παπανδρέου πρωταγωνίστησε στις διαπραγματεύσεις.
Папандреу сыграл ведущую роль в переговорах. · Papandreou played a leading role in the negotiations.
Πρωταγωνιστώ σε μια νέα σειρά του Netflix.
Я играю главную роль в новом сериале Netflix. · I'm starring in a new Netflix series.
Η τεχνολογία πρωταγωνιστεί στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Технология занимает центральное место в европейской экономике. · Technology takes centre stage in the European economy.
Οι νέες ιδέες πρωταγωνιστούν στο κίνημα.
Новые идеи находятся в авангарде движения. · New ideas are at the forefront of the movement.