πρωταγωνιστικός
[protaɣoniˈstikos]прилагательноеC1
Значения
1
главный, ведущий, относящийся к главной роли
leading, principal, relating to the main role · ο πρωταγωνιστικός ρόλος — главная роль
2
активный, деятельный, инициативный
active, proactive, taking the initiative · πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει — активно участвует
Грамматика
мужской род
им.
πρωταγωνιστικός
вин.
πρωταγωνιστικό
род.
πρωταγωνιστικού
зват.
πρωταγωνιστικέ
женский род
им.
πρωταγωνιστική
вин.
πρωταγωνιστική
род.
πρωταγωνιστικής
зват.
πρωταγωνιστική
средний род
им.
πρωταγωνιστικό
вин.
πρωταγωνιστικό
род.
πρωταγωνιστικού
зват.
πρωταγωνιστικό
Примеры
Ο ηθοποιός έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας.
Актёр сыграл главную роль в фильме. · The actor played the leading role in the film.
Η πρωταγωνιστική της συμβολή ήταν καθοριστική για το έργο.
Её активный вклад был решающим для проекта. · Her proactive contribution was decisive for the project.
Κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση της εκδήλωσης.
Он занимает главную роль в организации мероприятия. · He has a central role in organizing the event.