πρωταγωνίστρια
[protagoˈnistria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
главная роль, ведущая роль (в театре, кино)
leading role, main part (in theatre, film) · η πρωταγωνίστρια στο έργο — главная роль в пьесе
2
актриса, исполняющая главную роль; звезда
actress playing the leading role; star · η πρωταγωνίστρια του φιλμ — звезда фильма
3
центральная фигура, главное действующее лицо (в событиях)
central figure, main player (in events) · πρωταγωνίστρια στο σκάνδαλο — главная фигура в скандале
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πρωταγωνίστρια
вин.
την πρωταγωνίστρια
род.
της πρωταγωνίστριας
зват.
πρωταγωνίστρια
Мн. ч.
им.
οι πρωταγωνίστριες
вин.
τις πρωταγωνίστριες
род.
των πρωταγωνιστριών
зват.
πρωταγωνίστριες
Примеры
Η πρωταγωνίστρια παίζει μαγευτικά στη νέα ταινία.
Главная актриса играет очаровательно в новом фильме. · The leading actress plays beautifully in the new film.
Ήταν η πρωταγωνίστρια του δράματος για δέκα χρόνια.
Она была звездой драмы десять лет. · She was the star of the drama for ten years.
Οι πρωταγωνίστριες απέδωσαν το βραβείο στην ομάδα.
Главные актрисы посвятили награду команде. · The leading actresses dedicated the award to the team.
Η πρωταγωνίστρια του σκανδάλου αρνήθηκε τις κατηγορίες.
Центральная фигура скандала отрицала обвинения. · The main figure in the scandal denied the accusations.