Греческий словарь
с грамматикой

πρωινιάζω

[proiˈnjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
рано просыпаться, вставать с рассветом
to wake up early, to rise at dawn · πρωινιάζω κάθε μέρα — я рано встаю каждый день
2
светать, начинаться (о дне, рассвете)
to dawn, to break (of day) · πρωινιάζει ο ουρανός — светает небо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πρωινιάζω
εσύ
πρωινιάζεις
αυτός
πρωινιάζει
εμείς
πρωινιάζουμε
εσείς
πρωινιάζετε
αυτοί
πρωινιάζουν
Аорист
εγώ
πρωινίασα
εσύ
πρωινίασες
αυτός
πρωινίασε
εμείς
πρωινιάσαμε
εσείς
πρωινιάσατε
αυτοί
πρωινίασαν
Будущее
εγώ
θα πρωινιάσω
εσύ
θα πρωινιάσεις
αυτός
θα πρωινιάσει
εμείς
θα πρωινιάσουμε
εσείς
θα πρωινιάσετε
αυτοί
θα πρωινιάσουν

Примеры

Πρωινιάζω κάθε πρωί στις έξι.
Я встаю рано каждое утро в шесть. · I wake up early every morning at six.
Χθες πρωινίασα για το ταξίδι.
Вчера я рано встал для путешествия. · Yesterday I woke up early for the trip.
Όταν πρωινιάζει, ακούω τα πουλιά.
Когда светает, я слышу птиц. · When dawn breaks, I hear the birds.
Θα πρωινιάσουμε για να δούμε το ηλιοανατολή.
Мы встанем рано, чтобы увидеть восход. · We will wake up early to see the sunrise.