προϋπολογισμός
[proˌipo.loˈɣizmo]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
бюджет, предварительная смета расходов
budget, preliminary estimate of expenditure · ο προϋπολογισμός του κράτους — государственный бюджет
2
смета расходов на проект
estimate, cost projection for a project · προϋπολογισμός για τις επισκευές — смета на ремонт
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο προϋπολογισμός
вин.
τον προϋπολογισμό
род.
του προϋπολογισμού
зват.
προϋπολογισμέ
Мн. ч.
им.
οι προϋπολογισμοί
вин.
τους προϋπολογισμούς
род.
των προϋπολογισμών
зват.
προϋπολογισμοί
Примеры
Ο προϋπολογισμός του κράτους αυξήθηκε φέτος.
Государственный бюджет в этом году увеличился. · The state budget increased this year.
Πρέπει να εγκρίνουμε τον προϋπολογισμό του έργου.
Нам нужно одобрить смету проекта. · We need to approve the project estimate.
Οι προϋπολογισμοί των υπουργείων παρουσιάστηκαν στο κοινοβούλιο.
Бюджеты министерств были представлены в парламент. · The ministry budgets were presented to parliament.
Δεν χωράει στον προϋπολογισμό μας.
Это не укладывается в наш бюджет. · That doesn't fit within our budget.