Греческий словарь
с грамматикой

προϋποθέτω

[proˌipo̞ˈθeto]глаголB2

Значения

1
предполагать, считать необходимым условием
to presuppose, to require as a precondition · Αυτό προϋποθέτει γνώση. — Это предполагает знание.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προϋποθέτω
εσύ
προϋποθέτεις
αυτός
προϋποθέτει
εμείς
προϋποθέτουμε
εσείς
προϋποθέτετε
αυτοί
προϋποθέτουν
Аорист
εγώ
προϋπέθεσα
εσύ
προϋπέθεσες
αυτός
προϋπέθεσε
εμείς
προϋποθέσαμε
εσείς
προϋποθέσατε
αυτοί
προϋπέθεσαν
Будущее
εγώ
θα προϋποθέσω
εσύ
θα προϋποθέσεις
αυτός
θα προϋποθέσει
εμείς
θα προϋποθέσουμε
εσείς
θα προϋποθέσετε
αυτοί
θα προϋποθέσουν

Примеры

Η επιτυχία προϋποθέτει σκληρή δουλειά.
Успех предполагает тяжелый труд. · Success presupposes hard work.
Αυτό προϋπέθεσε ειδική εκπαίδευση.
Это требовало специальной подготовки. · This required special training.
Οι συζητήσεις προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό.
Обсуждения предполагают взаимное уважение. · Discussions presuppose mutual respect.