Греческий словарь
с грамматикой

προϋπάρχω

[prou̯pˈarχo]глаголC1

Значения

1
существовать раньше, предшествовать по времени
to exist beforehand, to preexist · προϋπάρχουσες συνθήκες — предсуществующие условия
2
иметься в наличии заранее
to be in place already, to have been there before · προϋπάρχον πλαίσιο — существовавшая раньше рамка

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προϋπάρχω
εσύ
προϋπάρχεις
αυτός
προϋπάρχει
εμείς
προϋπάρχουμε
εσείς
προϋπάρχετε
αυτοί
προϋπάρχουν
Аорист
εγώ
προϋπήρξα
εσύ
προϋπήρξες
αυτός
προϋπήρξε
εμείς
προϋπήρξαμε
εσείς
προϋπήρξατε
αυτοί
προϋπήρξαν
Будущее
εγώ
θα προϋπάρξω
εσύ
θα προϋπάρξεις
αυτός
θα προϋπάρξει
εμείς
θα προϋπάρξουμε
εσείς
θα προϋπάρξετε
αυτοί
θα προϋπάρξουν

Примеры

Αυτές οι προϋπάρχουσες διαφορές δεν επιλύθηκαν.
Эти заранее существовавшие различия не были разрешены. · These preexisting differences were not resolved.
Τα προβλήματα προϋπήρχαν της κρίσης.
Проблемы существовали раньше кризиса. · The problems preexisted the crisis.
Προϋπάρχει ένας νομικός πλαίσιο για αυτό.
Для этого уже существует правовая база. · A legal framework already exists for this.