προϊόν
[proˈion]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
продукт, товар
product, goods · αγροτικό προϊόν — сельскохозяйственный продукт
2
результат, плод
result, outcome · προϊόν της δουλειάς του — плод его работы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το προϊόν
вин.
το προϊόν
род.
του προϊόντος
зват.
προϊόν
Мн. ч.
им.
τα προϊόντα
вин.
τα προϊόντα
род.
των προϊόντων
зват.
προϊόντα
Примеры
Τα προϊόντα αυτής της εταιρείας είναι υψηλής ποιότητας.
Товары этой компании высокого качества. · This company's products are high quality.
Αγοράζω πάντα ελληνικά προϊόντα στο σουπερμάρκετ.
Я всегда покупаю греческие продукты в супермаркете. · I always buy Greek products at the supermarket.
Το προϊόν της τέχνης του είναι πολύ δημοφιλές.
Плод его искусства очень популярен. · The fruit of his artistic work is very popular.
Η παραγωγή των προϊόντων έχει αυξηθεί τριπλάσια.
Производство продукции увеличилось в три раза. · Production of goods has tripled.