Греческий словарь
с грамматикой

προωθώ

[proˈoθo]глаголB2

Значения

1
продвигать, способствовать, поддерживать
to promote, to advance, to push forward · προωθώ μία ιδέα — продвигаю идею
2
пересылать, отправлять дальше
to forward, to send on · προωθώ το γράμμα — отправляю письмо дальше

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προωθώ
εσύ
προωθείς
αυτός
προωθεί
εμείς
προωθούμε
εσείς
προωθείτε
αυτοί
προωθούν
Аорист
εγώ
προώθησα
εσύ
προώθησες
αυτός
προώθησε
εμείς
προωθήσαμε
εσείς
προωθήσατε
αυτοί
προώθησαν
Будущее
εγώ
θα προωθήσω
εσύ
θα προωθήσεις
αυτός
θα προωθήσει
εμείς
θα προωθήσουμε
εσείς
θα προωθήσετε
αυτοί
θα προωθήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση προωθεί νέες πολιτικές για την ανάπτυξη.
Правительство продвигает новую политику развития. · The government promotes new development policies.
Προώθησε το έργο του με μεγάλη αποφασιστικότητα.
Он с большой решимостью продвигал своё дело. · He advanced his work with great determination.
Θα προωθήσουν την αίτηση στη σωστή υπηρεσία.
Они перешлют заявку в нужное ведомство. · They will forward the application to the right department.
Προωθούμενος από τις περιστάσεις, αποδέχτηκε την πρόταση.
Побуждаемый обстоятельствами, он принял предложение. · Prompted by circumstances, he accepted the offer.