Греческий словарь
с грамматикой

προχωρώ

[prɔxɔˈrɔ]глаголA2

Значения

1
продвигаться, двигаться вперед
to move forward, to advance · προχωρώ στο δρόμο — продвигаюсь по дороге
2
продолжать, идти дальше
to proceed, to go ahead, to continue · προχωρώ με το έργο — продолжаю работу
3
прогрессировать, делать успехи
to progress, to make progress · ο ασθενής προχωρά καλά — пациент прогрессирует хорошо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προχωρώ
εσύ
προχωράς
αυτός
προχωρά
εμείς
προχωράμε
εσείς
προχωράτε
αυτοί
προχωρούν
Аорист
εγώ
προχώρησα
εσύ
προχώρησες
αυτός
προχώρησε
εμείς
προχωρήσαμε
εσείς
προχωρήσατε
αυτοί
προχώρησαν
Будущее
εγώ
θα προχωρήσω
εσύ
θα προχωρήσεις
αυτός
θα προχωρήσει
εμείς
θα προχωρήσουμε
εσείς
θα προχωρήσετε
αυτοί
θα προχωρήσουν

Примеры

Προχωράμε αργά στο δρόμο.
Мы медленно движемся по дороге. · We are moving slowly down the road.
Θα προχωρήσουμε με το σχέδιο αύριο.
Завтра мы продолжим план. · We will proceed with the plan tomorrow.
Ο ασθενής προχώρησε στην ανάρρωση.
Пациент прогрессировал в выздоровлении. · The patient made progress in recovery.
Προχωρώντας παρακολουθούμε τα περίχωρα.
Продвигаясь вперед, мы наблюдали окрестности. · As we moved forward, we observed the surroundings.