Греческий словарь
с грамматикой

προχωράω

[prɔxɔˈra.ɔ]глаголB1

Значения

1
продвигаться, идти вперёд
to move forward, to proceed · προχωράω στο δρόμο — идти по дороге
2
развиваться, делать успехи
to progress, to make progress · το έργο προχωράει καλά — работа хорошо продвигается
3
продолжать, идти дальше
to go on, to continue · προχωράμε με το σχέδιο — продолжаем с планом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προχωράω
εσύ
προχωράς
αυτός
προχωράει
εμείς
προχωράμε
εσείς
προχωράτε
αυτοί
προχωράνε
Аорист
εγώ
προχώρησα
εσύ
προχώρησες
αυτός
προχώρησε
εμείς
προχωρήσαμε
εσείς
προχωρήσατε
αυτοί
προχώρησαν
Будущее
εγώ
θα προχωρήσω
εσύ
θα προχωρήσεις
αυτός
θα προχωρήσει
εμείς
θα προχωρήσουμε
εσείς
θα προχωρήσετε
αυτοί
θα προχωρήσουν

Примеры

Ο έργος προχωράει αργά αλλά σταθερά.
Работа идёт медленно, но верно. · The work is progressing slowly but steadily.
Προχώρησαν προς το βουνό με σιγουριά.
Они продвинулись к горе с уверенностью. · They moved forward toward the mountain confidently.
Θα προχωρήσουμε με τα σχέδια αύριο.
Завтра мы продолжим с планами. · Tomorrow we'll proceed with the plans.
Προχώρησε στην επόμενη σελίδα του βιβλίου.
Он перешёл на следующую страницу книги. · He moved on to the next page of the book.