προφυλακτήρας
[profilaˈktiras]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
амулет, оберег, талисман
amulet, charm, talisman · φορώ έναν προφυλακτήρα — ношу амулет
2
предохранитель, защитное приспособление
protective device, safeguard · προφυλακτήρας ασφαλείας — защитное устройство
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο προφυλακτήρας
вин.
τον προφυλακτήρα
род.
του προφυλακτήρα
зват.
προφυλακτήρα
Мн. ч.
им.
οι προφυλακτήρες
вин.
τους προφυλακτήρες
род.
των προφυλακτήρων
зват.
προφυλακτήρες
Примеры
Φοράει έναν προφυλακτήρα γύρω από το λαιμό της.
Она носит амулет на шее. · She wears an amulet around her neck.
Ο προφυλακτήρας αυτός είναι από ασήμι και πολύ παλιός.
Этот амулет из серебра и очень старый. · This amulet is made of silver and very old.
Στην αρχαία Ελλάδα, οι προφυλακτήρες προστάτευαν τους ανθρώπους.
В древней Греции амулеты защищали людей. · In ancient Greece, amulets protected people.
Τοποθέτησε προφυλακτήρες ασφαλείας στο κτίριο.
Он установил защитные устройства в здании. · He installed protective devices in the building.