Греческий словарь
с грамматикой

προφυλάσσω

[profiˈlaso]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
защищать заранее, предохранять от опасности
to guard against, to protect in advance, to prevent · προφυλάσσω από τον κίνδυνο — защищаю от опасности
2
предостерегать, предупреждать
to warn, to caution · προφυλάσσω κάποιον για τα προβλήματα — предупреждаю кого-то о проблемах

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προφυλάσσω
εσύ
προφυλάσσεις
αυτός
προφυλάσσει
εμείς
προφυλάσσουμε
εσείς
προφυλάσσετε
αυτοί
προφυλάσσουν
Аорист
εγώ
προφύλαξα
εσύ
προφύλαξες
αυτός
προφύλαξε
εμείς
προφυλάξαμε
εσείς
προφυλάξατε
αυτοί
προφύλαξαν
Будущее
εγώ
θα προφυλάξω
εσύ
θα προφυλάξεις
αυτός
θα προφυλάξει
εμείς
θα προφυλάξουμε
εσείς
θα προφυλάξετε
αυτοί
θα προφυλάξουν

Примеры

Προφυλάσσουν τα παιδιά από τις ασθένειες με εμβόλια.
Они защищают детей от болезней с помощью вакцин. · They protect children from diseases with vaccines.
Θα προφυλάξω τις αποταμιεύσεις μου με ασφάλεια.
Я буду защищать свои сбережения с помощью страховки. · I will safeguard my savings with insurance.
Ο γιατρός τον προφύλαξε για τα πιθανά επιπλοκές.
Врач предупредил его о возможных осложнениях. · The doctor warned him about possible complications.
Είμαστε προφυλαγμένοι από κινδύνους με καλή πρόληψη.
Мы защищены от опасностей хорошей профилактикой. · We are protected from dangers by good prevention.