προφορικός
[profoˈrikos]прилагательноеB1
Значения
1
устный, произносимый
oral, spoken · προφορική εξέταση — устный экзамен
2
фонетический, относящийся к произношению
phonetic, relating to pronunciation · προφορικά χαρακτηριστικά — фонетические особенности
Грамматика
мужской род
им.
προφορικός
вин.
προφορικό
род.
προφορικού
зват.
προφορικέ
женский род
им.
προφορική
вин.
προφορική
род.
προφορικής
зват.
προφορική
средний род
им.
προφορικό
вин.
προφορικό
род.
προφορικού
зват.
προφορικό
Примеры
Η προφορική εξέταση είναι δύσκολη για πολλούς.
Устный экзамен сложен для многих. · The oral exam is difficult for many.
Προτιμώ την προφορική επικοινωνία από το email.
Я предпочитаю устное общение электронной почте. · I prefer oral communication to email.
Τα προφορικά στοιχεία της γλώσσας είναι πολύ σημαντικά.
Фонетические особенности языка очень важны. · The phonetic features of the language are very important.
Ο προφορικός λόγος διαφέρει από το γραπτό.
Устная речь отличается от письменной. · Spoken language differs from written language.