Греческий словарь
с грамматикой

προφητεύω

[profiˈtevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
пророчествовать, предсказывать будущее
to prophesy, to predict the future · προφητεύει τα μέλλοντα — пророчит будущее
2
говорить от имени божества, проповедовать
to speak as a prophet, to preach · προφητεύει στο λαό — пророчествует перед народом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προφητεύω
εσύ
προφητεύεις
αυτός
προφητεύει
εμείς
προφητεύουμε
εσείς
προφητεύετε
αυτοί
προφητεύουν
Аорист
εγώ
προφήτευσα
εσύ
προφήτευσες
αυτός
προφήτευσε
εμείς
προφητεύσαμε
εσείς
προφητεύσατε
αυτοί
προφήτευσαν
Будущее
εγώ
θα προφητεύσω
εσύ
θα προφητεύσεις
αυτός
θα προφητεύσει
εμείς
θα προφητεύσουμε
εσείς
θα προφητεύσετε
αυτοί
θα προφητεύσουν

Примеры

Ο προφήτης προφήτευσε μεγάλες αλλαγές.
Пророк предсказал большие перемены. · The prophet predicted great changes.
Προφητεύουν ότι θα έρθει μία νέα εποχή.
Они пророчествуют, что наступит новая эпоха. · They prophesy that a new era will come.
Στα αρχαία χρόνια, οι προφήτες προφήτευαν με εξουσία.
В древние времена пророки говорили с авторитетом. · In ancient times, prophets spoke with authority.