Греческий словарь
с грамматикой

προφέρω

[proˈfero]глаголB1

Значения

1
произносить, выговаривать
to pronounce, to articulate · προφέρει σωστά τα ελληνικά — правильно произносит по-гречески
2
высказывать, произносить (речь, слова)
to utter, to speak, to say · προφέρει μια ομιλία — произносит речь
3
вынести (приговор, решение)
to pronounce, to hand down (a verdict, judgment) · προφέρει ποινή — выносит наказание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προφέρω
εσύ
προφέρεις
αυτός
προφέρει
εμείς
προφέρουμε
εσείς
προφέρετε
αυτοί
προφέρουν
Аорист
εγώ
προφέρω
εσύ
προφέρες
αυτός
προφέρε
εμείς
προφέραμε
εσείς
προφέρατε
αυτοί
προφέρανε
Будущее
εγώ
θα προφέρω
εσύ
θα προφέρεις
αυτός
θα προφέρει
εμείς
θα προφέρουμε
εσείς
θα προφέρετε
αυτοί
θα προφέρουν

Примеры

Πρέπει να προφέρεις καλά τις λέξεις.
Нужно правильно произносить слова. · You must pronounce the words clearly.
Ο ηθοποιός προφέρει τα λόγια του με συναίσθημα.
Актёр произносит свой текст с чувством. · The actor delivers his lines with emotion.
Ο δικαστής προφέρει την ποινή του κατηγορούμενου.
Судья выносит приговор подсудимому. · The judge pronounces the defendant's sentence.
Προφέρανε τα ονόματα όλων των νικητών χθες.
Вчера объявили имена всех победителей. · They announced the names of all winners yesterday.