Греческий словарь
с грамматикой

προτρέπω

[proˈtrepo]глаголB1

Значения

1
убеждать, побуждать (кого-либо сделать что-либо)
to urge, encourage, persuade (someone to do something) · τον προτρέπω να φύγει — убеждаю его уйти
2
советовать, рекомендовать
to advise, recommend · σας προτρέπω να προσέξετε — советую вам быть осторожнее

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προτρέπω
εσύ
προτρέπεις
αυτός
προτρέπει
εμείς
προτρέπουμε
εσείς
προτρέπετε
αυτοί
προτρέπουν
Аорист
εγώ
προέτρεψα
εσύ
προέτρεψες
αυτός
προέτρεψε
εμείς
προετρέψαμε
εσείς
προετρέψατε
αυτοί
προέτρεψαν
Будущее
εγώ
θα προτρέψω
εσύ
θα προτρέψεις
αυτός
θα προτρέψει
εμείς
θα προτρέψουμε
εσείς
θα προτρέψετε
αυτοί
θα προτρέψουν

Примеры

Σας προτρέπω να δοκιμάσετε αυτό το εστιατόριο.
Советую вам попробовать этот ресторан. · I urge you to try this restaurant.
Ο δάσκαλος προέτρεψε τους μαθητές να μελετήσουν περισσότερο.
Учитель побудил учеников учиться больше. · The teacher encouraged the students to study more.
Οι φίλοι μας προτρέπουν να πάμε στο ταξίδι.
Друзья убеждают нас поехать в путешествие. · Our friends are urging us to go on the trip.
Θα σε προτρέψω να αλλάξεις απόψεις.
Я буду побуждать тебя изменить мнение. · I will encourage you to change your mind.