Греческий словарь
с грамматикой

προτοβλέπω

[protoˈvlepo]глаголB2

Значения

1
предусматривать, предвидеть
to provide for, to anticipate, to foresee · ο νόμος προτοβλέπει πρόστιμο — закон предусматривает штраф
2
содержать (в своём тексте), включать
to contain, to include (in a text or document) · το συμβόλαιο προτοβλέπει όρους — контракт включает условия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προτοβλέπω
εσύ
προτοβλέπεις
αυτός
προτοβλέπει
εμείς
προτοβλέπουμε
εσείς
προτοβλέπετε
αυτοί
προτοβλέπουν
Аорист
εγώ
προέβλεψα
εσύ
προέβλεψες
αυτός
προέβλεψε
εμείς
προβλέψαμε
εσείς
προβλέψατε
αυτοί
προέβλεψαν
Будущее
εγώ
θα προτοβλέψω
εσύ
θα προτοβλέψεις
αυτός
θα προτοβλέψει
εμείς
θα προτοβλέψουμε
εσείς
θα προτοβλέψετε
αυτοί
θα προτοβλέψουν

Примеры

Ο νόμος προτοβλέπει κυρώσεις για παραβάσεις.
Закон предусматривает санкции за нарушения. · The law provides for sanctions in case of violations.
Η σύμβαση προβλέπει διάφορες ρήτρες προστασίας.
Контракт содержит различные защитные оговорки. · The contract includes various protective clauses.
Δεν προβλέψαμε ότι θα υπάρχουν τόσα προβλήματα.
Мы не предвидели, что возникнут столько проблем. · We did not anticipate that there would be so many problems.
Το πρόγραμμα προτοβλέπει στήριξη για νέες επιχειρήσεις.
Программа предусматривает поддержку новых предприятий. · The program provides support for new businesses.