προτεραιότητα
[protereoˈtita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
приоритет, приоритетность; то, что важнее всего
priority; the fact or condition of being regarded or treated as more important · η πρώτη προτεραιότητα — первый приоритет
2
преимущество, преимущественное право
priority; the right to be served or dealt with before others · έχει προτεραιότητα — имеет преимущество
Грамматика
Ед. ч.
им.
η προτεραιότητα
вин.
την προτεραιότητα
род.
της προτεραιότητας
зват.
προτεραιότητα
Мн. ч.
им.
οι προτεραιότητες
вин.
τις προτεραιότητες
род.
των προτεραιοτήτων
зват.
προτεραιότητες
Примеры
Η εκπαίδευση είναι η πρώτη μας προτεραιότητα.
Образование — наш главный приоритет. · Education is our top priority.
Πρέπει να θέσουμε προτεραιότητες στη ζωή μας.
Нужно определить приоритеты в нашей жизни. · We need to set priorities in our life.
Η υγεία έχει προτεραιότητα έναντι του χρήματος.
Здоровье имеет преимущество перед деньгами. · Health takes priority over money.
Οι προτεραιότητές της άλλαξαν μετά τα γεγονότα.
Её приоритеты изменились после этих событий. · Her priorities shifted after these events.