προτελευταίος
[proteleˈfte̞os]прилагательноеB2
Значения
1
предпоследний
penultimate, second-to-last · ο προτελευταίος σταθμός — предпоследняя остановка
Грамматика
мужской род
им.
προτελευταίος
вин.
προτελευταίο
род.
προτελευταίου
зват.
προτελευταίε
женский род
им.
προτελευταία
вин.
προτελευταία
род.
προτελευταίας
зват.
προτελευταία
средний род
им.
προτελευταίο
вин.
προτελευταίο
род.
προτελευταίου
зват.
προτελευταίο
Примеры
Ζήσαμε στην προτελευταία τοποθεσία του χωριού.
Мы жили на предпоследнем участке деревни. · We lived at the penultimate location in the village.
Ο προτελευταίος χορευτής έκανε ένα λάθος.
Второй с конца танцор допустил ошибку. · The second-to-last dancer made a mistake.
Στο προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου υπάρχει σημαντική πληροφορία.
В предпоследней главе книги есть важная информация. · In the penultimate chapter of the book there is important information.