Греческий словарь
с грамматикой

προτίθεμαι

[proˈtiðeme]глаголB2

Значения

1
собираться, намереваться (что-либо сделать)
to intend, to plan, to mean to (do something) · προτίθεμαι να φύγω αύριο — я собираюсь уехать завтра
2
выдвигать (предложение, идею), предлагать
to propose, to put forward (an idea, theory) · προτείνει μια νέα θεωρία — он выдвигает новую теорию
3
ставить перед собой (цель), устанавливать (условия)
to set (a goal), to establish (conditions) · προτίθεται ως στόχο την επιτυχία — он ставит своей целью успех

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προτίθεμαι
εσύ
προτίθεσαι
αυτός
προτίθεται
εμείς
προτιθέμεθα
εσείς
προτίθεσθε
αυτοί
προτίθενται
Аорист
εγώ
προέθεσα
εσύ
προέθεσες
αυτός
προέθεσε
εμείς
προεθέσαμε
εσείς
προεθέσατε
αυτοί
προέθεσαν
Будущее
εγώ
θα προτεθώ
εσύ
θα προτεθείς
αυτός
θα προτεθεί
εμείς
θα προτεθούμε
εσείς
θα προτεθείτε
αυτοί
θα προτεθούν

Примеры

Προτίθεται να σπουδάσει νομικά στην Αθήνα.
Он собирается учиться праву в Афинах. · He intends to study law in Athens.
Οι ερευνητές προέθεσαν μια ενδιαφέρουσα υπόθεση.
Исследователи выдвинули интересную гипотезу. · The researchers put forward an interesting hypothesis.
Προτίθεται ως σκοπό του τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Он ставит своей целью создание новых рабочих мест. · He sets the creation of new jobs as his objective.
Τι προτίθεσαι να κάνεις το Σαββατοκύριακο;
Что ты собираешься делать на выходных? · What do you plan to do over the weekend?