προσωπικότητα
[prosopikóˈtita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
личность, личностные качества человека
personality, the distinctive characteristics of a person · η δυνατή προσωπικότητα — сильная личность
2
личность, известный человек, общественная фигура
personality, a famous or important person · διάσημη προσωπικότητα — известная личность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η προσωπικότητα
вин.
την προσωπικότητα
род.
της προσωπικότητας
зват.
προσωπικότητα
Мн. ч.
им.
οι προσωπικότητες
вин.
τις προσωπικότητες
род.
των προσωπικοτήτων
зват.
προσωπικότητες
Примеры
Η προσωπικότητά της κέρδισε πολλούς φίλους.
Её личность завоевала много друзей. · Her personality won her many friends.
Είναι μια σημαντική προσωπικότητα στον πολιτισμό.
Она — значительная фигура в культуре. · She is an important personality in culture.
Οι προσωπικότητες αυτές επηρέασαν τη σύγχρονη ιστορία.
Эти личности повлияли на современную историю. · These personalities influenced modern history.