Греческий словарь
с грамматикой

προσχωρώ

[prosxoˈro]глаголB2

Значения

1
присоединяться, вступать (в организацию, партию и т.д.)
to join, to accede to (an organization, party, etc.) · προσχώρησε στο κόμμα — присоединился к партии
2
присоединяться (к соглашению, договору)
to accede to (an agreement, treaty) · προσχώρησε στη συνθήκη — присоединилась к договору
3
подходить к кому-либо, примыкать
to approach, to draw near to · προσχώρησε προς το πλήθος — подошёл к толпе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσχωρώ
εσύ
προσχωρείς
αυτός
προσχωρεί
εμείς
προσχωρούμε
εσείς
προσχωρείτε
αυτοί
προσχωρούν
Аорист
εγώ
προσχώρησα
εσύ
προσχώρησες
αυτός
προσχώρησε
εμείς
προσχωρήσαμε
εσείς
προσχωρήσατε
αυτοί
προσχώρησαν
Будущее
εγώ
θα προσχωρήσω
εσύ
θα προσχωρήσεις
αυτός
θα προσχωρήσει
εμείς
θα προσχωρήσουμε
εσείς
θα προσχωρήσετε
αυτοί
θα προσχωρήσουν

Примеры

Πολλές χώρες προσχώρησαν στη Συνθήκη.
Многие страны присоединились к договору. · Many countries acceded to the treaty.
Θα προσχωρήσει στο κόμμα του πατέρα του.
Он присоединится к партии своего отца. · He will join his father's party.
Οι συμμαχικές δυνάμεις προσχωρούν στο πεδίο της μάχης.
Союзные войска приближаются к полю боя. · The allied forces are approaching the battlefield.
Προσχώρησαν στις απαιτήσεις των διαδηλωτών.
Они согласились с требованиями протестующих. · They acceded to the demands of the protesters.