Греческий словарь
с грамматикой

προσφεύγω

[proˈsfevɣo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
прибегать (к помощи, к средству)
resort to, have recourse to · προσφεύγω σε δικηγόρο — обращаюсь к адвокату
2
искать убежище, спасаться бегством
take refuge, flee · προσφεύγω στα βουνά — спасаюсь в горах

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσφεύγω
εσύ
προσφεύγεις
αυτός
προσφεύγει
εμείς
προσφεύγουμε
εσείς
προσφεύγετε
αυτοί
προσφεύγουν
Аорист
εγώ
προσέφυγα
εσύ
προσέφυγες
αυτός
προσέφυγε
εμείς
προσφύγαμε
εσείς
προσφύγατε
αυτοί
προσέφυγαν
Будущее
εγώ
θα προσφύγω
εσύ
θα προσφύγεις
αυτός
θα προσφύγει
εμείς
θα προσφύγουμε
εσείς
θα προσφύγετε
αυτοί
θα προσφύγουν

Примеры

Πολλοί πρόσφυγες προσφεύγουν στα δικαστήρια για δικαιοσύνη.
Многие беженцы обращаются в суды за справедливостью. · Many refugees turn to the courts for justice.
Το παιδί προσέφυγε στη μητέρα του όταν φοβήθηκε.
Ребёнок бросился к матери, когда испугался. · The child ran to his mother when he got scared.
Θα προσφύγουμε σε άλλες μεθόδους αν αυτή δεν δουλέψει.
Мы прибегнем к другим методам, если этот не сработает. · We'll resort to other methods if this one doesn't work.
Οι διαδηλωτές προσέφυγαν σε βία για να κάνουν την άποψή τους ακουστή.
Демонстранты прибегли к насилию, чтобы их услышали. · The protesters resorted to violence to make their voices heard.